ἐρεύγομαι

ἐρεύγομαι (A), also [full] ἐρυγγάνω (q.v.), [tense] fut.
A

ἐρεύξομαι Hp.Mul.1.41

: [tense] aor.1

ἠρευξάμην Procop.Goth.2.4

: [tense] aor. 2

ἤρῠγον Arist.Pr.895b22

, Nic. Al.111:—belch out, disgorge, c. acc.,

ἐρευγόμενοι φόνον αἵματος Il.16.162

;

ἰόν Nic.Th. 232

: abs., belch,

ἐρεύγετο οἰνοβαρείων Od.9.374

, cf. Hp. Morb.2.69, Arist.Pr.895b12.
2 metaph., of volcanoes,

ἐρεύγονται πυρὸς παγαί Pi.P.1.21

, cf. Procop.Goth.4.35 ; of a river, discharge itself,

ἐς τὴν θάλασσαν App.Mith.103

, cf. Alc.Supp.11.3 : c. acc. cogn., ἐρεύγονται σκότον..νυκτὸς ποταμοί, of the rivers of hell, Pi.Fr. 130.8 ;

κόλπος ἀφρὸν ἐρευγόμενος D.P.539

, cf. LXXLe.11.10 ; ἵππος ἐρεύγεται ἄνδρα, as the description of a Centaur, APl.4.115.
3 blurt out (cf. ἐξερυγγάνω), belch forth, utter,

ἡμέρα τῇ ἡμέρᾳ ἐρεύγεται ῥῆμα LXXPs.18(19).2

;

ἐρεύξομαι κεκρυμμένα Ev.Matt.13.35

. (Cf. Lat. ērūgère, Lith. riáugèti 'belch'.)
------------------------------------
ἐρεύγομαι (B), [tense] aor. 2 [voice] Act. ἤρῠγον,
A bellow, roar,

ἤρυγεν, ὡς ὅτε ταῦρος ἤρυγεν Il.20.403

; τόν γ' ἐρυγόντα λίπε..θυμός ib.406 ; ὅσον βαθὺς ἤρυγε λαιμός roared to the full depth of his throat or voice, Theoc.13.58 ; of the sea, ἀμφὶ δέ τ' ἄκραι ἠϊόνες βοόωσιν ἐρευγομένης ἁλὸς ἔξω the headlands echo to the roar of the sea, Il.17.265 ;

κῦμα..δεινὸν ἐρευγόμενον Od.5.403

; ἐρεύγεται ἤπειρόνδε ib.438 (cf.

βοάω 1.2

):—so in later Gr.,

λέων ἐρεύξεται LXXHo.11.10

,Am.3.8 ; σκύμνος ἐρευγόμενος ib.1 Ma.3.4 ; with v.l. ὠρύομαι, ib.Ez.22.25 ; cf. προσερεύγομαι. (Cf. Lat. rūgio 'roar'.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐρεύγομαι — belch out pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερεύγομαι — (I) και ρεύομαι (Α ἐρεύγομαι) αποβάλλω, βγάζω από το στόμα αέρια τού στομαχιού ή και μέρος από τις άπεπτες τροφές, ρεύομαι αρχ. 1. (για τη θάλασσα) ξεσπώ σε αφρούς, σε κύματα πάνω στην ξηρά, χτυπώ στα βράχια και αφρίζω 2. (για ηφαίστεια και… …   Dictionary of Greek

  • ἐρευγομένων — ἐρεύγομαι belch out pres part mp fem gen pl ἐρεύγομαι belch out pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρευγόμεθα — ἐρεύγομαι belch out pres ind mp 1st pl ἐρεύγομαι belch out imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρευγόμενον — ἐρεύγομαι belch out pres part mp masc acc sg ἐρεύγομαι belch out pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρεύγου — ἐρεύγομαι belch out pres imperat mp 2nd sg (attic epic doric) ἐρεύγομαι belch out imperf ind mp 2nd sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρυγόντα — ἐρεύγομαι belch out aor part act neut nom/voc/acc pl ἐρεύγομαι belch out aor part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρύγῃ — ἐρεύγομαι belch out aor subj mp 2nd sg ἐρεύγομαι belch out aor subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἤρυγον — ἐρεύγομαι belch out aor ind act 3rd pl ἐρεύγομαι belch out aor ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρευγομένη — ἐρεύγομαι belch out pres part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρευγομένην — ἐρεύγομαι belch out pres part mp fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.